Archive for ποιηση

Where Did The Night Go

Long ago the clock washed midnight away
Bringing the dawn
Oh God, I must be dreaming
Time to get up again
And time to start up again
Pulling on my socks again
Should have been asleep
When I was sitting there drinking beer
And trying to start another letter to you
Don’t know how many times I dreamed to write again last night
Should’ve been asleep when I turned the stack of records over and over
So I wouldn’t be up by myself
Where did the night go?
Should go to sleep now
And say fuck a job and money
Because I spend it all on unlined paper and can’t get past
«Dear baby, how are you?»
Brush my teeth and shave
Look outside, sky is dark
Think it may rain
Where did
Where did
Where did

Advertisements

Αυτό το ποίημα είναι για σένα

Αυτό το ποίημα είναι για σένα
που τρελαίνεσαι πριν πέσεις στο κρεβάτι
και μουρμουράει η γυναίκα σου για τους απλήρωτους λογαριασμούς
και τρελαίνεται η μάνα σου για τις αδιόρθωτες συμπεριφορές σου
και σου μιλάνε οι φίλοι σου για τις ακάθαρτες σιωπές.
Αυτό το ποίημα είναι για ʽκείνους που μαύρισαν τα χέρια τους
και πίνουν ούζα στου καφενείου την πληρωμή,
που σταυρώνονται στους πάγκους για τρεις κι εξήντα
και τους γαμούν οι τράγοι της πολιτικής,
τα κωλόπαιδα με τις σιδερωμένες γραβάτες.
Αυτό το ποίημα είναι γιʼ αυτούς που δεν καταλαβαίνουν
τους γραφιάδες των free press
ʽκείνους που λένʼ τι όμορφα είναι τα βράδια της πόλης
γιατί ποτέ δεν άνοιξαν φάκελο με λογαριασμό
γιατί η μάνα ξεσκάτιζε τα βρακιά τους απʼ τα ερασιτεχνικά μεθύσια
και ο πατέρας φρόντιζε τα πλυμένα τους αρχίδια.
Αυτό το ποίημα είναι για τους μαλάκες ποιητές
που νόμιζαν πως τα λόγια είναι δυο ποτάμια.
Που δεν ρόζιασαν ποτέ τους τις παλάμες
και γίνανε το λουρί ενός ατάλαντου.
Για τα Παρίσια τους
και τις αγύμναστες κωλοτρυπίδες τους
για τους μπαμπάδες στρατηγούς τους
και τις γιαγιάδες νταβατζήδες τους
για τα ποτά των 10 ευρώ τους στα μπαρ της γελοιότητας
για το βυζί της μάνας τους που έγινε εικονοστάσι
και τα ημερωμένα μεσημεριάτικα πρωινά τους
που δεν υπήρχε ποτέ το ξυπνητήρι.
Αυτό το ποίημα είναι για
τους πενηντάρηδες οικοδόμους
που πίνουν ότι βρουν μπροστά τους
μονάχα για να σταματήσουν τα χρόνια
και τις γυναίκες τους που μετράν τις δεκάρες στα μπακάλικα της γειτονιάς
μην τυχόν και φάνε ξύλο το βράδυ.
Αυτό το ποίημα είναι για τους χαρτογιακάδες
που έπιασαν τον παπά απʼ τα αρχίδια
και τους παπάδες που έγιναν αρχίδια.
Αυτό το ποίημα είναι για τούτη την πόλη
που δεν κατάλαβε ποτέ από που της ήρθε
και βολεύεται με τα ίδια σκατά
εδώ και κάποιες δεκαετίες
και θα βολεύεται για χρόνια ακόμη.
Καθώς οι σκύλες θα γαβγίζουν τα βράδια
οι μπεκρήδες θα μετράνε ατυχία
και τʼ αποτσίγαρα θα χορεύουν κλακέτες
πάνω στον ίδιο ρυθμό του θανάτου.

Γιάννης Ζελιαναίος

Το άκουσα χθες το βράδυ να το απαγγέλει ο Θάνος Ανεστόπουλος των Διάφανων Κρίνων. Είχε εκπομπή στο ιντερνετ-ικό ραδιόφωνο του mindradio και η ατμόσφαιρα ήταν καθηλωτική και τις δύο ώρες. Ο έλληνας Μπουκόφσκι, σκοτεινός και με μια εφηβική μελαγχολία, απέδειξε (για μια ακόμα φορά) ότι είναι ποιητής. Κρίμα που δεν είχα κάποιο πρόγραμμα να ηχογραφήσω την εκπομπή. Ο νέος του solo δίσκος πάντως θα είναι εντελώς διαφορετικός σε σχέση με ότι έχουμε συνηθίσει, πιο στοιχειωμένος με τη συνοδεία (του πολύ-αγαπημένου μου) theremin και μουσικού πριονιού.. Αναμονή πλέον για την πλήρη ακρόαση του δίσκου.

φως

Αν δεν καώ εγώ,

αν δεν καείς εσύ,

αν δεν καούμε εμείς,

πως θα γίνουν τα σκοτάδια φως;

ΝΑΖΙΜ ΧΙΚΜΕΤ

Οδυσσέας Ελύτης, Η Μαρίνα των βράχων

Ολημερίς τη σκληρή ρέμβη της πέτρας και της θάλασσας
Αετοφόρος άνεμος γύμνωσε τους λόφους.
Γύμνωσε την επιθυμία σου ως το κόκαλο
Κι οι κόρες των ματιών σου πήρανε τη σκυτάλη της χίμαιρας
Ριγώνοντας μ’ αφρό τη θύμηση!
Πού είναι η γνώριμη ανηφοριά του μικρού Σεπτεμβρίου
Στο κοκκινόχωμα όπου έπαιζες θωρώντας προς τα κάτω
Τους βαθιούς κυαμώνες των άλλων κοριτσιών
Τις γωνιές όπου οι φίλες σου άφηναν αγκαλιές τα δυοσμαρίνια

– Μα πού γύριζες

Ολονυχτίς τη σκληρή ρέμβη της πέτρας και της θάλασσας
Σου’ λεγα να μετράς μες στο γδυτό νερό τις φωτεινές του μέρες
Ανάσκελη να χαίρεσαι την αυγή των πραγμάτων
‘Η πάλι να γυρνάς κίτρινους κάμπους
Μ’ ένα τριφύλλι φως στο στήθος σου ηρωίδα ιάμβου.

‘Εχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη Κι ένα φόρεμα κόκκινο σαν το αίμα

Βαθιά μες στο χρυσάφι του καλοκαιριού
Και τ’ άρωμα των γυακίνθων – Μα πού γύριζες

Κατεβαίνοντας προς τους γιαλούς τους κόλπους με τα βότσαλα

‘Ηταν εκεί ένα κρύο αρμυρό θαλασσόχορτο
Μα πιο βαθιά ένα ανθρώπινο αίσθημα που μάτωνε
Κι άνοιγες μ’ έκπληξη τα χέρια σου λέγοντας τ’ όνομά του
‘Οπου σελάγιζε ο δικός σου ο αστερίας

‘Ακουσε ο λόγος είναι των στερνών η φρόνηση

Κι ο χρόνος γλύπτης των ανθρώπων παράφορος
Κι ο ήλιος στέκεται από πάνω του θηρίο ελπίδας
Κι εσύ πιο κοντά του σφίγγεις έναν έρωτα
‘Εχοντας μια πικρή γεύση τρικυμίας στα χείλη.
Δεν είναι για να λογαριάζεις γαλανή ως το κόκαλο άλλο καλοκαίρι,
Για ν’ αλλάξουνε ρέμα τα ποτάμια
Και να σε πάνε πίσω στη μητέρα τους,
Για να ξαναφιλήσεις άλλες κερασιές
‘Η για να πας καβάλα στο μαίστρο.
Στυλωμένη στους βράχους δίχως χτες και αύριο,
Στους κινδύνους των βράχων με τη χτενισιά της θύελλας
Θ’ αποχαιρετήσεις το αίνιγμά σου.

Θα μου θυμίζει πάντα εσένα, άλλοτε στη Μήλο να αμπελοφιλοσοφούμε και άλλοτε στη Σαμοθράκη να γευόμαστε αυτή την αρμύρα…

Words…

Πως ήσουνα εχθρός μου, δεν το ήξερες
οι λέξεις σου το είπαν.
Σ᾿ εκείνες πούλησε ο έρωτας το σεισμό του
κι ήρθε στην επιφάνεια ότι δε μ᾿ αγαπούσες…

Κικὴ Δημουλά