Archive for Ιουνίου, 2011

Μικρές Χαρές

Η ευτυχία δεν είναι τίποτα άλλο από στιγμές, μικρές, ασήμαντες, αδιόρατες στιγμές.

Όπως να σε σκεπάζει κάποιος μέσα στη νύχτα.

Να ονειρεύεσαι.

Να ξυπνάς από το… τραγούδι ενός σπουργιτιού, πάνω σε φρεσκοπλυμένα μυρωδάτα σεντόνια, δίπλα σε κάποιον που αγαπάς.

Να τον αγγίζεις.

Να τον μυρίζεις.

Να αισθάνεσαι το ζεστό νερό να πέφτει με δύναμη στο πρόσωπο σου.

Το σπίτι να γεμίζει με μυρωδιά από φρεσκοψημένο κέικ.

Να κρατάς μια ζεστή κούπα, όταν έξω κάνει κρύο.

Να κόβεις ένα λεμόνι κατευθείαν από το δέντρο σου.

Να νοιώθεις τον δροσερό φθινοπωρινό άνεμο να σου χτυπάει στο πρόσωπο.

Να αισθάνεσαι ελαφρύς και άδειος από σκέψεις, μέσα από την απόλυτη ηρεμία κάτω από το νερό.

Να συνεχίζεις να κάνεις πράγματα που έκανες μικρός.

Όταν όλοι στέκονται κάτω από τις ομπρέλες, εσύ να στέκεσαι κάτω από την βροχή.

Να περπατάς ξυπόλητος πάνω στο φρεσκοβρεμένο – δροσερό γρασίδι.

Να βγάζεις βόλτα ένα μπαλόνι.

Να πιστεύεις σε πράγματα που δεν μπορούν να εξηγηθούν – πως μια πασχαλίτσα είναι ένας καλός οιωνός.

Να μη φοβάσαι.

Να κάνεις πράγματα που δεν ταιριάζουν στην ηλικία σου.

Ν΄ ακούς τα κύματα να σκάνε στην ακτή, να νοιώθεις τη γη κάτω από τα πόδια σου.

Να μην σκέφτεσαι τίποτα.

Να σου ψιθυρίζει κάποιος ένα μυστικό.

Να βλέπεις ένα ηλιοβασίλεμα..

 

To σπήλαιο του Πλάτωνα

Πες, λέει ο Σωκράτης στο συνομιλητή του, πως η ανθρώπινη ψυχή μοιάζει με ανθρώπους που κατοικούνε μέσα σε μια σπηλιά, που έχει ολάνοικτη είσοδο προς το φως. Φαντάσου τους ανθρώπους αυτούς αλυσοδεμένους εκεί μέσα από την παιδική ηλικία στα πόδια και στο κεφάλι. Δε μπορούν να σηκωθούν, αλλά ούτε και το κεφάλι τους να στρέψουν δεξιά κι αριστερά. Κάθονται έτσι, ώστε να έχουν την είσοδο της σπηλιάς πίσω τους και είναι αναγκασμένοι να βλέπουν πάντα μπροστά χωρίς μπορούν ποτέ να δουν ούτε δεξιά ούτε αριστερά, ούτε προς το φως, αφού δε μπορούν να κουνήσουν το κεφάλι τους. Υπόθεσε τώρα, πως πίσω τους καίει μια μεγάλη φωτιά και πως μπροστά απ’ τη φωτιά περνάει ένας δρόμος, που ένας τοίχος τον χωρίζει από τους αλυσοδεμένους.  Η λάμψη της φωτιάς πέφτει στο βάθος της σπηλιάς και φωτίζει καλά το εσωτερικό της. Βάλε με το νου σου, πως την ώρα αυτήν, περνάνε από το δρόμο άνθρωποι κρατώντας λογής-λογής σκεύη, αδριάντες και άλλα πολλά πράγματα της ανθρώπινης εργασίας, μετάλλινα, μαρμάρινα, ξύλινα. Οι άνθρωποι αυτοί, καθώς διαβαίνουν, κρατάνε τα αντικείμενα τόσο ψηλά, ώστε υψώνονται αυτά πάνω από τον τοίχο που χωρίζει τους αλυσοδεμένους από το δρόμο.  Οι σκιές τότε των αντικειμένων, θα πέφτουν μέσα στο εσωτερικό της σπηλιάς. Οι αλυσοδεμένοι θα βλέπουν τις σκιές των αγαλμάτων αυτών, όμως τις σκιές των ανθρώπων που τα κρατούν δε θα τις βλέπουν, γιατί αυτές θα πέφτουν επάνω στον τοίχο που χωρίζει τους αλυσοδεμένους από τη φωτιά. Κι αν μάλιστα τύχει και έλθει κάποιος απόηχος από τις φωνές εκείνων που περνούν πίσω από τους αλυσοδεμένους, τότε αυτοί θα νομίσουν πως ο απόηχος αυτός έρχεται από τις ίδιες τις σκιές.  Θα πιστέψουν, πως οι σκιές μιλάνε, αφού ποτέ δεν είδαν πραγματικούς ανθρώπους, ούτε κι άκουσαν λαλιά ανθρώπου. Αν τώρα κάποιος λυθεί καμιά φορά από τα δεσμά του και σηκωθεί και μπορέσει να γυρίσει το κεφάλι του προς τα πίσω και δει τη φωτιά, τότε θα θαμπωθούν τα μάτια του από τη φωτοβολία της και θα πονέσουν και δε θ’ αντέξουν για να δουν τα αγάλματα, που αυτών πριν έβλεπαν τις σκιές.  Κι αν μάλιστα βρεθεί εκεί κοντά του κάποιος, που έχει ζήσει μέσα στο φως και μέσα στον πραγματικό κόσμο και του πεί, πως όσα έβλεπε πριν, όταν ήταν αλυσοδεμένος, ήτανε σκιές και φάσματα, και πως αυτά που βλέπει τώρα, είναι τα πραγματικά, τα αληθινά, τότε θα παραξενευτεί, θα δυσπιστήσει σ’ αυτά που του λέει ο άλλος και θα εξακολουθεί να πιστεύει, πως οι σκιές ήτανε πιο αληθινές από τα πραγματικά αγάλματα. Υπόθεσε τώρα, πως ο άνθρωπος, που έχει ζήσει μέσα στο φως και στέκει εκεί κοντά σ’ αυτόν που λύθηκε από τα δεσμά του και σηκώθηκε, αναγκάζει τον άλλοτε δεσμώτη να ρίξει τα μάτια του προς το φως. Τότε αυτός που λίγο πριν ήταν ακόμα δεσμώτης, θα αποστρέψει το βλέμμα του από το φως και θα ξαναγυρίσει με τη ματιά του σ’ εκείνα που έβλεπε πριν, δηλαδή στις σκιές, και θα πιστεύει, πως αυτές είναι πιο καθαρές από τα αγάλματα τα ίδια, που του δείχνει τώρα αυτός που έζησε μέσα στο φως. Και τι θα γίνει, αν θελήσει κανείς να εξαναγκάσει τον πριν δεσμώτη να βγει έξω από τη σπηλιά και να ατενίσει το φως της ημέρας; Τότε είναι δα που δε θα μπορέσει να ρίξει το βλέμμα του σε κανένα επάνω αντικείμενο, που το καταυγάζει το ηλιακό φως.  Αυτός θα πρέπει πρώτα σιγά-σιγά να συνηθίσει το ηλιακό φως. Και πριν απ’ όλα θα πρέπει να δει τις σκιές, που σχηματίζονται από τ’ αντικείμενα με το ηλιακό φως. Έπειτα πάλι θα δει και θα γνωρίσει τις σκιές των ανθρώπων, των ζώων και των πραγμάτων, καθώς σχηματίζονται μέσα στα ήρεμα ύδατα. Και ύστερα πια θα δει τους ίδιους τους ανθρώπους, τα ίδια τα ζώα και τα ίδια τα πράγματα.  Αργότερα ακόμα θα δει τον ουρανό – και τη νύχτα θα τον δει πιο εύκολα, γιατί το φως των άστρων και της σελήνης είναι απαλό.  Και τελευταία πια θα στρέψει το βλέμμα του και προς τον ήλιο τον ίδιο. Και τότε θα καταλάβει, πως ο ήλιος είναι ο δημιουργός των χρόνων και των ορατών αντικειμένων, των πραγματικών και των εικονικών. Τη στιγμή πια αυτή θα θυμηθεί τη ζωή της σπηλιάς, θα αναλογισθεί τους άλλοτε συνδεσμώτες του, θα λογαριάσει τον εαυτό του ευτυχισμένο για την απολύτρωση από εκεί μέσα και θα αισθάνεται βαθύ οίκτο για κείνους που μένουν ακόμα δεμένοι εκεί μέσα στη σπηλιά. Και αν υπήρχαν εκεί κάτω μεταξύ τους τίποτα αμοιβές και έπαινοι και τιμητικές διακρίσεις για εκείνον που έβλεπε οξύτατα τις σκιές όταν περνούσαν, και θυμότανε ακριβώς ποιες περνούν πρώτες, ποιες μετά ή μαζί, και επομένως θα ήταν σε καλύτερη θέση από κάθε άλλον να πει από πριν ποια σκιά έμελλε να παρουσιαστεί σε ορισμένη στιγμή, τι λες, θα είχε μεγάλη επιθυμία γι’ αυτά ακόμη, και θα ζηλεύει εκείνους που είχαν τέτοιες τιμές εκεί κάτω και υπερείχαν μ’ αυτόν τον τρόπο απ’ όλους τους άλλους ή θα πάθει αυτό που λέει ο Όμηρος για τον Αχιλλέα, και θα προτιμάει χίλιες φορές να ζει στον επάνω κόσμο και να είναι δούλος ενός φτωχού ανθρώπου και να υποφέρει οτιδήποτε άλλο παρά να εξακολουθεί να ζει όπως τότε εκεί κάτω, και να πιστεύει τα ίδια πράγματα; Και πρόσεξε ακόμη κι αυτό. Εάν αυτός ο άνθρωπος πήγαινε πίσω και έπαιρνε την παλιά του θέση, δε θα γινόταν πάλι σαν τυφλός από την ξαφνική αλλαγή από τον ήλιο στο σκοτάδι; Και εάν, ενώ ακόμη δε διέκρινε τίποτα, και πριν ακόμη αποκατασταθεί η όραση του, πράγμα για το οποίο θα χρειαζότανε όχι και λίγος χρόνος, εάν λοιπόν γινότανε ανάγκη να διαγωνιστεί με τους άλλους τους παντοτινούς δεσμώτες και να πει τη γνώμη του για τις σκιές που περνούν, δε θα τους προξενούσε πολύ γέλιο και δε θα έλεγαν γι’ αυτόν ότι επέστρεψε από εκεί που ανέβηκε με χαλασμένα τα μάτια, και ότι δεν αξίζει τον κόπο να έχει κανείς την επιθυμία να ανεβεί στον πάνω κόσμο; Και αν κανείς επιχειρούσε να τους λύσει τα δεσμά και να τους ανεβάσει επάνω, δε θα ήταν ικανοί να τον σκοτώσουν, αν μπορούσαν να τον πιάσουν στα χέρια τους;

eternal sunshine of the spotless mind

 

I’m always anxious thinking I’m not living my life to the fullest, y’know? Taking advantage of every possibility? Just making sure that I’m not wasting one second of the little time I have.